slider

Naxios

Σέργης Αντώνης : Ο φόρος τιμής του κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ


Πριν από λίγους μήνες έγραφα για «λίγα ψίχουλα αγάπης στον δρόμο προς την κάλπη».

Φαίνεται πως όσο πλησιάζουμε στην κάλπη, τα ψίχουλα μεγαλώνουν ή, τουλάχιστον, πολλαπλασιάζονται.

Από το βήμα της 90ής ΔΕΘ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε ένα ακόμη πακέτο μέτρων: ενισχύσεις σε συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους, φορολογικές ελαφρύνσεις και παρεμβάσεις για οικογένειες, αγρότες και ελεύθερους επαγγελματίες.

Κάθε μέτρο που ανακουφίζει μια κοινωνία πιεσμένη από την ακρίβεια, το στεγαστικό κόστος και τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος είναι καλοδεχούμενο. Η κοινωνία χρειάζεται ουσιαστική στήριξη, όχι αντιπαραθέσεις πάνω στις ανάγκες της.

Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα: η μνήμη.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε από το βήμα της φετινής ΔΕΘ ότι ανεβαίνει σε αυτό για όγδοη φορά ως πρωθυπουργός.

Οκτώ φορές εξαγγελίες. Οκτώ φορές δεσμεύσεις για καλύτερους μισθούς, χαμηλότερους φόρους, περισσότερες ευκαιρίες και μια καθημερινότητα που, σύμφωνα με τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, διαρκώς βελτιώνεται.

Κι όμως, κάθε Σεπτέμβριο χρειάζεται ένα νέο πακέτο για να αντιμετωπιστούν προβλήματα που τα προηγούμενα υποτίθεται ότι θα είχαν ήδη αρχίσει να λύνουν.

Γι’ αυτό αξίζει να κάνουμε το ταμείο σήμερα  όχι το 2027.

Να βάλουμε στη μία πλευρά όσα ακούστηκαν όλα αυτά τα χρόνια από το βήμα της ΔΕΘ και στην άλλη όσα συναντά καθημερινά ο πολίτης στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο και στο υπόλοιπο του τραπεζικού του λογαριασμού πριν τελειώσει ο μήνας.

Αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί χρειάζεται διαρκώς πρόσθετη στήριξη για να το αισθανθεί η κοινωνία;

Αν οι παρεμβάσεις είναι πράγματι μόνιμες και διαρθρωτικές, γιατί απαιτούνται κάθε χρόνο καινούργιες;

Και, κυρίως, γιατί η κυβερνητική γενναιοδωρία αυξάνεται όσο μικραίνει η απόσταση από την κάλπη;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται σε μια απλή, αλλά κυνική πολιτική λογική: λίγα για να ζεις, αρκετά για να μην αντιδράς και, αν γίνεται, αρκετά για να ξαναψηφίζεις.

Υπάρχει όμως και ένα ακόμη, απλούστερο ερώτημα:

Αφού μπορούσε, γιατί δεν το έκανε νωρίτερα;

Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε τον μηδενισμό του φόρου για τους κατ’ επάγγελμα αγρότες με εισόδημα έως 20.000 ευρώ. Ένα μέτρο αναγκαίο και ασφαλώς καλοδεχούμενο.

Γιατί τώρα;

Γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να ελαφρυνθούν ουσιαστικά οι άνθρωποι της παραγωγής, την ώρα που το κόστος της ενέργειας, των καυσίμων, των λιπασμάτων και των ζωοτροφών πίεζε ήδη ασφυκτικά το εισόδημά τους;

Και δεν αφορά μόνο τους αγρότες. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνώρισε στη ΔΕΘ ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες είχαν δίκιο όταν διαμαρτύρονταν για τα τεκμήρια.

Ωραία. Αφού είχαν δίκιο, γιατί έπρεπε πρώτα να τα πληρώσουν;

Το ίδιο ερώτημα διατρέχει πολλές από τις φετινές εξαγγελίες.

Τι άλλαξε τόσο δραματικά στις ανάγκες της κοινωνίας; Ή μήπως αυτό που άλλαξε δεν είναι οι ανάγκες της κοινωνίας, αλλά η απόσταση από την κάλπη;

Και μέσα σε όλα αυτά, πανταχόθεν απούσα — για ακόμη μία φορά — η νησιωτικότητα.

Για τους κατοίκους των νησιών η ακρίβεια έχει άλλον πολλαπλασιαστή. Μεταφορές, καύσιμα, στέγαση, μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών, πρόσβαση σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες. Η απόσταση από την ηπειρωτική Ελλάδα δεν μετριέται μόνο σε ναυτικά μίλια. Μετριέται καθημερινά σε ευρώ.

Κι όμως, μέσα σε μια ΔΕΘ γεμάτη στοχευμένες εξαγγελίες, η νησιωτικότητα παραμένει περισσότερο μια ωραία λέξη για συνέδρια και ομιλίες παρά μια πραγματική συνθήκη ζωής που απαιτεί μόνιμα αντισταθμιστικά μέτρα.

Κι όμως, οι νησιώτες επιμένουν να ψηφίζουν μαζικά εκείνους που επιμένουν να τους ξεχνούν.

Ο François de La Rochefoucauld έγραφε πως «η υποκρισία είναι ο φόρος τιμής που αποδίδει η κακία στην αρετή».

Στην πολιτική, ενίοτε, ο μεγαλύτερος φόρος τιμής σε μια πολιτική που πολέμησες είναι τελικά να καταλήξεις να την εφαρμόζεις και εδώ υπάρχει μια σύγκριση που ο σημερινός πρωθυπουργός δύσκολα μπορεί να αποφύγει.

Για χρόνια, ο Αλέξης Τσίπρας δέχθηκε σφοδρή κριτική επειδή επέστρεφε μέρος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου στην κοινωνία. Τα κοινωνικά μερίσματα και οι ενισχύσεις προς τους πιο αδύναμους παρουσιάζονταν ως προϊόν «επιδοματικής πολιτικής». Τη δε 13η σύνταξη ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήριζε ευθέως «προεκλογικό επίδομα».

Και όχι μόνο αυτό. Τότε το βασικό επιχείρημα ήταν και ο χρόνος: ότι η παροχή δινόταν κοντά στις κάλπες και άρα υπηρετούσε προεκλογική σκοπιμότητα.

Σήμερα η κυβέρνηση επιστρέφει η ίδια σε άμεσες εισοδηματικές ενισχύσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις, όσο η δική της απόσταση από την κάλπη μικραίνει.

Χρειάζεται, λοιπόν, στοιχειώδης πολιτική συνέπεια. Αν τότε η επιστροφή δημοσιονομικού χώρου στους πολίτες ήταν λαϊκισμός και «παροχολογία», πότε ακριβώς μετατράπηκε σε υπεύθυνη κοινωνική πολιτική;

Προφανώς οι εποχές, τα δημοσιονομικά δεδομένα και τα ίδια τα μέτρα δεν είναι ταυτόσημα. Κανείς σοβαρός δεν θα ισχυριζόταν το αντίθετο.

Η πολιτική αντίφαση, όμως, παραμένει. Ένα εργαλείο κοινωνικής πολιτικής που επί χρόνια χρησιμοποιήθηκε για να απαξιωθεί η κυβέρνηση Τσίπρα αποτελεί σήμερα μέρος της εργαλειοθήκης εκείνων που το κατήγγελλαν.

Και ίσως εδώ ο χρόνος να αποδίδει μια ιδιότυπη πολιτική δικαιοσύνη, γιατί πλέον ο Αλέξης Τσίπρας δεν χρειάζεται να υπερασπιστεί αυτή την πλευρά της πολιτικής του.

Την υπερασπίζεται, με τις ίδιες του τις επιλογές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Και αυτός είναι ίσως ο πιο παράδοξος φόρος τιμής που απέδωσε φέτος από το βήμα της ΔΕΘ.

Μένει μόνο μια τελευταία εικόνα.

Το 2017, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε μιλήσει σε αγρότες στο Βλαχογιάννι της Λάρισας, καθισμένους πάνω σε μπάλες με σανό.

Εννέα χρόνια μετά, το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση πιστεύει ότι αρκεί να αλλάζει το περιτύλιγμα μιας πολιτικής, να καταγγέλλει χθες όσα εφαρμόζει σήμερα και να ποντάρει κάθε φορά στη συλλογική αμνησία.

Η κοινωνία χρειάζεται στήριξη.

Χρειάζεται, σίγουρα, πολύ περισσότερη από αυτή που λαμβάνει.

Ένα πράγμα, όμως, δεν χρειάζεται:

σανό.


Σέργης Αντώνης 

Δεν υπάρχουν σχόλια: