Όλοι συζητούν ποιος αλλάζει καρέκλα. Εγώ αναρωτιέμαι ποιος βαράει το ζουρνά.
Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε ένα νέο κύμα ανεξαρτητοποιήσεων βουλευτών. Κάποιοι το παρουσιάζουν ως φυσιολογική πολιτική εξέλιξη. Είναι, όμως, η κατάλληλη στιγμή να ξεκαθαρίσουμε κάτι θεμελιώδες.
Οι ανεξαρτητοποιήσεις διαφέρουν μεταξύ τους.
Υπάρχουν ανεξαρτητοποιήσεις που γεννιούνται από την ανάγκη υπεράσπισης της δημοκρατίας και της πολιτικής αξιοπρέπειας. Υπάρχουν και ανεξαρτητοποιήσεις που γεννιούνται από την προσδοκία μιας καλύτερης προσωπικής ή πολιτικής προοπτικής.
Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Μετά τα γεγονότα στο συνέδριο του Γκαζιού, αρκετοί επέλεξαν να αποχωρήσουν, θεωρώντας ότι είχαν καταλυθεί οι δημοκρατικές διαδικασίες του κόμματος. Η αποχώρησή τους αποτέλεσε αντίδραση σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, σε μια βαθιά θεσμική κρίση και σε έναν τρόπο λειτουργίας που είχε ξεπεράσει κάθε όριο πολιτικής και δημοκρατικής ανοχής.
Η αποχώρηση εκείνη προέκυψε ύστερα από αποκλεισμούς, βίαιη επιβολή συσχετισμών και κατάργηση κάθε έννοιας εσωκομματικής δημοκρατίας. Ήταν μια πράξη πολιτικής αντίστασης απέναντι σε όσα συνέβησαν στο Γκάζι.
Σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Οι ανεξαρτητοποιήσεις που παρακολουθούμε τώρα προκύπτουν επειδή διαμορφώνεται ένας νέος πολιτικός φορέας και κάποιοι επιλέγουν να βρεθούν από την πρώτη στιγμή δίπλα του.
Καμία θεσμική εκτροπή δεν προηγήθηκε. Καμία ξαφνική πολιτική ή ιδεολογική μεταβολή δεν μεσολάβησε. Απλώς άνοιξε ένας νέος δρόμος πολιτικής επιβίωσης και ορισμένοι έσπευσαν να εξασφαλίσουν θέση στην αφετηρία.
Αυτό απέχει πολύ από μια πράξη θεσμικής αντίστασης. Είναι πολιτική μετακίνηση με το βλέμμα στην επόμενη ημέρα. Είναι πολιτικός οπορτουνισμός.
Η κοινοβουλευτική έδρα αποτελεί έκφραση της λαϊκής εντολής. Οι πολίτες την εμπιστεύθηκαν μέσα από ένα συγκεκριμένο ψηφοδέλτιο, ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και μια συγκεκριμένη πολιτική πρόταση. Κανείς βουλευτής δεν μπορεί να την αντιμετωπίζει ως προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο, διαθέσιμο για κάθε επόμενο σταθμό της διαδρομής του.
Γι’ αυτό προκύπτουν συγκεκριμένα ερωτήματα.
Ο νέος πολιτικός φορέας του Αλέξη Τσίπρα αποδέχεται αυτή την πρακτική; Θεωρεί θεμιτό βουλευτές να διατηρούν την έδρα με την οποία εξελέγησαν από άλλο κόμμα και να αποτελέσουν την κοινοβουλευτική βάση ενός νέου εγχειρήματος;
Όσοι σήμερα ανεξαρτητοποιούνται θα είναι υποψήφιοι με τα ψηφοδέλτια του νέου κόμματος στις επόμενες εθνικές εκλογές; Ή μήπως θα τους ζητηθεί να τις παραδόσουν λίγες ημέρες πριν τη διάλυση της βουλής;
Αν η απάντηση είναι θετική, τότε η πράξη τους αποκτά ακόμη σαφέστερο περιεχόμενο. Πρόκειται για μια πολιτική μεταγραφή που επιβραβεύεται με την προοπτική μιας νέας υποψηφιότητας.
Και τότε προκύπτει ένα ακόμη, βαθύτερο ερώτημα.
Οι σημερινές εξελίξεις ενισχύουν την πολιτική μου εκτίμηση ότι όσα ζήσαμε μετά την ανάδειξη του Στέφανου Κασσελάκη ξεπερνούσαν μια σειρά ασύνδετων εσωκομματικών συγκρούσεων.
Πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην πρώτη αμφισβήτηση της ηγεσίας του βρίσκονται σήμερα στην πρώτη γραμμή του νέου πολιτικού εγχειρήματος. Ο Μιχάλης Καλογήρου και ο Γιώργος Βασιλειάδης, που είχαν κεντρικό ρόλο σε εκείνη την περίοδο, εμφανίζονται σήμερα ως βασικοί συντελεστές της νέας προσπάθειας.
Η αλληλουχία των γεγονότων δημιουργεί την εικόνα μιας στρατηγικής με συνέπεια, συνέχεια, σχέδιο και συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Μήπως, τελικά, η σύγκρουση εκείνης της περιόδου αφορούσε κάτι περισσότερο από τις διακηρυγμένες πολιτικές διαφωνίες; Μήπως ένας ισχυρός ΣΥΡΙΖΑ υπό μια νέα ηγεσία αποτελούσε εμπόδιο για όσους είχαν ήδη στραμμένο το βλέμμα τους στη δημιουργία ενός διαφορετικού πολιτικού φορέα;
Πρόκειται για πολιτική εκτίμηση που προκύπτει από την πορεία των ίδιων των γεγονότων. Οι πρωταγωνιστές οφείλουν να απαντήσουν καθαρά, όχι με υπεκφυγές ή βολικές σιωπές.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι όλα αυτά αποτελούν εσωκομματικές υποθέσεις και αφήνουν αδιάφορη την κοινωνία.
Κάνουν μέγα λάθος.
Το πραγματικό ερώτημα ξεπερνά το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει βουλευτές. Αφορά το κατά πόσο, ανάμεσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις, μπορεί να αλλοιώνεται η λαϊκή εντολή χωρίς οι πολίτες να ερωτηθούν ξανά.
Αφορά την αξία της ψήφου. Αφορά την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα. Αφορά την ποιότητα της ίδιας της Δημοκρατίας.
Υπάρχει και μια ακόμη πλευρά αυτής της ιστορίας.
Αναρωτιέμαι τι σκέφτονται σήμερα όσοι, όταν κάποιοι από εμάς καταγγέλλαμε την καταπάτηση των δημοκρατικών διαδικασιών, επέλεξαν τη σιωπή.
Όταν αποκλείονταν στελέχη, όταν η διαφορετική άποψη αντιμετωπιζόταν ως εχθρική, όταν η εσωκομματική δημοκρατία υποχωρούσε και όταν ένας ολόκληρος μηχανισμός στρεφόταν εναντίον όσων διαφωνούσαν, πολλοί πίστεψαν ότι όλα αυτά αφορούσαν κάποιους άλλους.
Πίστεψαν ότι η αυθαιρεσία ήταν ανεκτή, επειδή εκείνη τη στιγμή εξυπηρετούσε τη δική τους πλευρά.
Η ιστορία μάς διδάσκει ένα διαχρονικό μάθημα, που αποδίδεται στον Μάρτιν Νίμελερ: όταν αδιαφορείς επειδή η αδικία αφορά κάποιον άλλον, έρχεται κάποτε η στιγμή που κανείς πια δεν απομένει για να υπερασπιστεί εσένα.
Η δημοκρατία υποχωρεί σταδιακά. Υποχωρεί κάθε φορά που άνθρωποι βλέπουν μια αυθαιρεσία και επιλέγουν τη σιωπή, επειδή πιστεύουν ότι οι ίδιοι βρίσκονται προσωρινά έξω από το στόχαστρο.
Ας αναρωτηθούν σήμερα η Ρένα Δούρου και όσοι έμειναν πίσω στον ΣΥΡΙΖΑ: όταν εμείς φωνάζαμε για όσα συνέβαιναν, ποια στάση κράτησαν; Όταν καταγγέλλαμε την κατάλυση της εσωκομματικής δημοκρατίας, ποιον προστάτευσε η σιωπή τους;
Σήμερα βλέπουν το αποτέλεσμα εκείνης της στάσης. Γιατί η σημερινή κατάσταση αποτελεί αποτέλεσμα τόσο των επιλογών όσων αποχώρησαν όσο και της σιωπής όσων παρέμειναν.
Κλείνω με μία ακόμη παρατήρηση.
Όταν ανεξαρτητοποιήθηκε ο βουλευτής Επικρατείας, ναύαρχος Ευάγγελος Αποστολάκης, ακούστηκαν έντονες αντιδράσεις και διατυπώθηκαν αυστηρές κρίσεις για την πολιτική και ηθική διάσταση της επιλογής του.
Με την ίδια αγωνία περιμένω τη διαρροή που θα καταδικάζει σήμερα, με την ίδια ένταση και τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα, την ανεξαρτητοποίηση της βουλευτού Επικρατείας Πόπης Τσαπανίδου.
Θα υπάρξει άραγε η ίδια ευαισθησία;
Ή οι ίδιες πράξεις αξιολογούνται διαφορετικά, ανάλογα με το ποιος τις κάνει, προς ποια κατεύθυνση κινείται και ποιο πολιτικό σχέδιο εξυπηρετεί;
Ο Αριστοτέλης έγραφε στα «Πολιτικά» ότι «το δίκαιο είναι το ίσο».
Η Δημοκρατία απαιτεί ένα μέτρο για όλους. Και η πολιτική αξιοπιστία κρίνεται από τη συνέπεια με την οποία υπερασπιζόμαστε τις ίδιες αρχές, ανεξάρτητα από τα πρόσωπα και τις πολιτικές σκοπιμότητες κάθε στιγμής.
Αντώνης Σέργης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου