slider

Naxios Το πρώτο blog των Κυκλάδων

Naxios

Μετά την αναψηλάφιση της "δίκης των έξι"...


Το εδώλιο των κατηγορουμένων στην "δίκη των έξι"
γράφει ο κ. Μίκης Πρωτοπαπαδάκης 
Η προσφυγή στον Άρειο Πάγο για αναψηλάφηση (στην δικαστική γλώσσα ‘‘επανάληψη’’ ή ‘‘επανεξέταση’’) μιας δίκης είναι δικαίωμα που παρέχεται στον πολίτη από τον Ποινικό Κώδικα. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας γίνεται μόνον αν ζητηθεί από ενδιαφερόμενο πολίτη, με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Νόμος, δηλαδή: Ο προσφεύγων να είναι εκείνος, που πιστεύει ότι έχει καταδικασθεί άδικα ή συγγενής του μέχρι Β’ βαθμού, και να προσκομίζει στοιχεία που δεν γνώριζαν οι δικαστές, όταν είχε γίνει η δίκη. Το .....
δικαίωμα προσφυγής επεκτάθηκε στους συγγενείς του καταδικασμένου με πρόσφατη τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα. Η γνώση και η εμπειρία σχετικά με το θέμα είναι ακόμη σήμερα περιορισμένη, επειδή σχετική προσφυγή έτυχε να γίνει για μία μόνον δίκη πριν από την υπόψη περίπτωση της Δίκης των Έξι. Είναι, λοιπόν, φυσικό να έχουν δημιουργηθεί απορίες, ακόμη και αμφισβητήσεις για την πρόσφατη αναψηλάφηση που έγινε για την Δίκη αυτήν. Στις γραμμές που ακολουθούν παρουσιάζονται απόψεις και γεγονότα, που ελπίζεται ότι θα βοηθήσουν να λυθούν οι απορίες και να αναιρεθούν οι αμφισβητήσεις, που έχουν διατυπωθεί μετά την δημοσίευση των υπόψη αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ 

Στοιχεία που, σύμφωνα με τα παραπάνω, προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ήσαν, μεταξύ άλλων, οι μεταγενέστερες επίσημες δηλώσεις 1) του Βενιζέλου, ότι οι καταδικασθέντες δεν είχαν διαπράξει προδοσία και 2) του Πάγκαλου με το ίδιο περιεχόμενο, παρ’ όλο που ο ίδιος, ως Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής είχε υποστηρίξει το αντίθετο. Οι δηλώσεις αυτές είναι καταγραμμένες στα Επίσημα Πρακτικά της Βουλής. Η ουσία της αναψηλάφησης έγκειται στο να πεισθούν οι Δικαστές ότι, αν ο Βενιζέλος και ο Πάγκαλος είχαν καταθέσει αυτά τα στοιχεία στην δίκη του 1922, δεν θα ήταν δυνατόν να προκύψει η γνωστή καταδικαστική απόφαση και να γίνει η εκτέλεση με την δικαστική διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, τα στοιχεία ήσαν αδιάσειστα με συνέπεια να γίνει δεκτό κατά πλειοψηφία ότι οι Στρατοδίκες οδηγήθηκαν σε ‘‘πλάνη περί τα πράγματα’’. Οι Δικαστές που μειοψήφησαν, δεν αμφισβήτησαν την αθωότητα των καταδικασθέντων. Οι αντιρρήσεις τους, τις οποίες αναφέρουμε παρακάτω, αναφέρονταν σε διαδικαστικά θέματα, δεν έπεισαν, όμως, το Δικαστήριο ότι ήσαν έγκυρες. Αυτά αναφέρονται εκτενώς στις 60 σελίδες της απόφασης 1533/2009 του Αρείου Πάγου. Άλλα θέματα, όπως το γεγονός ότι το Στρατοδικείο είχε συγκροτηθεί παράνομα, ότι η καταδίκη ήταν προαποφασισμένη κλπ, δεν εμπίπτουν στην έννοια της δικαστικής αναψηλάφησης. Είναι, όμως, δυνατόν να γίνει γι’ αυτές αναψηλάφηση στην Βουλή ή σε συνέδρια. Σε τέτοιες περιπτώσεις η τυχόν άδικες αποφάσεις παραμένουν σε ισχύ. Τέτοιες αναψηλαφήσεις έχουν μόνον ακαδημαϊκό χαρακτήρα.. 

Για τo παράνομο της συγκρότησης του Στρατοδικείου παρατηρούμε πως η παρανομία έγκειται στο γεγονός ότι συγκροτήθηκε ‘‘επαναστατικώ δικαίω’’, ενώ η ‘‘Επανάσταση’’ είχε παραδώσει την εξουσία σε πολιτική κυβέρνηση, την Κυβέρνηση Κροκιδά. Για να είναι νόμιμη η δίκη, έπρεπε οι πολιτικοί να δικασθούν από την Βουλή και οι στρατιωτικοί, από Στρατοδικείο με Πρόεδρο βαθμού ανώτερου από τους δικαζόμενους. Παρ’ όλα αυτά, η πράξη του 1922 είναι δίκη. Έτσι αναφέρεται σε ολόκληρη την βιβλιογραφία καθώς και στην κοινωνία: όταν αναφερόμαστε σ’ αυτήν, την ονομάζουμε ‘‘Δίκη των Έξι’’. Επομένως, η αναψηλάφησή της ανήκει στην δικαιοδοσία της Δικαιοσύνης. 
επιστολή Βενιζέλου για την "δίκη των έξι"
Αντίστοιχα, αν ένα κτίριο οικοδομηθεί με άτεχνο τρόπο και αργότερα διαπιστωθεί πως πρέπει να κατεδαφισθεί, η κατασκευή που κατεδαφίσθηκε δεν θα παύει να λέγεται πως ήταν ‘‘κτίριο’’ και η δικαιοδοσία για την κατεδάφισή του θα ανήκει στους τεχνικούς. Τέλος, αν θέλουμε να ελέγξουμε τους Στρατοδίκες, αυτό δεν μπορεί να γίνει δικαστικά, διότι η πράξη έχει παραγραφεί. 

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΣΤΟ Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 

Οι απόψεις της μειοψηφίας του Δικαστηρίου αφορούσαν, όπως είπαμε, μόνον σε διαδικαστικά θέματα. Δεν αμφισβήτησαν την αθωότητα των άδικα καταδικασθέντων. Οι αντιρρήσεις που πρόβαλαν ήσαν: 
α. Αφού δεν υπάρχουν τα επίσημα πρακτικά της προσβαλλόμενης δίκης, δεν είναι δυνατόν να γίνει αναψηλάφηση. Ας με συγχωρήσουν οι μειοψηφίσαντες Αρεοπαγίτες, αλλά η απαράδεκτη αμέλεια του Δημοσίου να φυλάξει οποιαδήποτε έγγραφα, δεν επιτρέπεται να στερεί τον πολίτη οποιουδήποτε δικαιώματός του.
β. Έχει παρέλθει πολύς χρόνος από την διεξαγωγή της προσβαλλόμενης δίκης. Ναι, αλλά ο Νομοθέτης έδωσε το δικαίωμα της προσφυγής για Αναψηλάφηση στους συγγενείς μέχρι Β’ βαθμού των καταδικασθέντων, δηλαδή περιθώριο χρόνου δύο γενεών, πράγμα με το οποίο συμφωνεί ο χρόνος της υπόψη προσφυγής.
γ. Οι δηλώσεις Βενιζέλου κλπ. δεν αποτελούν ‘‘νέα στοιχεία’’, αλλά είναι απλές εκτιμήσεις. Η άποψη αυτή μπορούσε να είναι αποδεκτή, αν οι δηλώσεις είχαν γίνει από τυχαία πρόσωπα σε τυχαίες περιστάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, έγιναν από επίσημα πρόσωπα, πρόσωπα που ήσαν σε θέση να γνωρίζουν καλά τα πράγματα και είναι καταγραμμένες σε επίσημα έγγραφα. 


Η ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 

Όπως έχουμε αναφέρει, η απόφαση του Στρατοδικείου ακυρώθηκε, ’’εξαφανίσθηκε’’ από την Δικαιοσύνη. Παραμένει, όμως, ανεξίτηλη στην Ιστορία, αφού έχει καταγραφεί σε Ιστορικά κείμενα ως ιστορικό γεγονός.. Έχει λεχθεί ότι με την Αναψηλάφηση της Δίκης των Έξι, ο Άρειος Πάγος ανέτρεψε την Ιστορία, ενώ δεν είχε αρμοδιότητα να το πράξει. Η άποψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με απόψεις Ιστορικών επιστημόνων, που είδαν την Δίκη του Στρατοδικείου ως παρωδία δίκης ή δίκη σκοπιμότητας. Η απόφαση του Αρείου Πάγου ενισχύει την άποψη αυτήν των επιστημόνων, δεν την ανατρέπει.  Σχετικά έγραψε η Ιστορικός Κατερίνα Δέδε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ (31/10/2010): «Οι επιστήμονες ιστορικοί δεν υιοθέτησαν την εκδοχή ότι οι Έξι εκτελέστηκαν επειδή ήσαν προδότες. Η όλη διαδικασία καταγράφηκε κυρίως ως μια δίκη σκοπιμότητας, στηριγμένη στη σαθρή κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, η οποία οδήγησε στην προαποφασισμένη εκτέλεση των Έξι». Ανάλογα έχουν αναφερθεί από την καθηγήτρια κυρία Χριστίνα Κουλούρη και από άλλους Ιστορικούς σε πλήθος δημοσιευμάτων. Εκείνο που ανέτρεψε ο Άρειος Πάγος είναι η εκδοχή της ιστορίας, η οποία επιμένει ότι η απόφαση του Στρατοδικείου του 1922 ήταν ορθή. Αυτή έχει χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο για να οικοδομηθεί μια παραποιημένη ‘‘Ιστορία’’ Το γκρέμισμα του θεμελίου παρέσυρε προς κατεδάφιση ολόκληρο το οικοδόμημα της αντίστοιχης ‘‘Ιστορίας’’. 

Στην υπόψη περίπτωση η Δικαιοσύνη απλώς τακτοποίησε ‘‘τα του οίκου της’’. Διόρθωσε ένα λάθος της, με την διαδικασία που ορίζουν οι νόμοι. Η διαδικασία της Αναψηλάφησης ενεργοποιήθηκε με αίτηση πολίτη, που συγκέντρωνε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να το ζητήσει. Το Δικαστήριο εξέτασε την απόφαση του Στρατοδικείου του 1922 σε συνδυασμό με τα νεότερα στοιχεία που 

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ 

Σε άρθρο με τον παραπάνω τίτλο, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΤΟΛΜΗ της Κρήτης στις 14/2/2010, ο Λευτέρης Συμβουλάκης εκθέτει τους προβληματισμούς του – που είναι και προβληματισμοί της κοινωνίας γενικότερα - σχετικά με την Αναψηλάφηση της Δίκης των Έξι. 
προσκομίσθηκαν, και μόνον αυτά, και έκρινε ότι η πρώτη έπασχε νομικά από ‘‘πλάνη περί τα πράγματα’’, γι’ αυτό και την ακύρωσε. Η χρήση της υπόψη δικαστικής απόφασης, ή οποιωνδήποτε άλλων δικαστικών αποφάσεων, για την υποστήριξη απόψεων ή θεμάτων που ανήκουν σε άλλους χώρους, αποτελεί αντικείμενο εκείνων που τις χρησιμοποιούν, όχι της Δικαιοσύνης. 

« Με αφορμή την απόφαση του Αρείου Πάγου για αναψηλάφηση μιας υπόθεσης ύστερα από 88 χρόνια της δίκης που άλλαξε την ιστορία της Ελλάδας, ο έντυπος Τύπος σε όλη την Ελλάδα, ακόμη και οι πιο μικρές επαρχιακές εφημερίδες, φιλοξενούσαν έναν τίτλο που ‘‘γυάλιζε’’ περισσότερο από όλους τους άλλους που ‘‘πνιγόντουσαν’’ από το μελάνι και θόλωναν το χαρτί με τα θέματα της καθημερινότητας.
Ο Άρειος Πάγος είχε λάβει μια απόφαση με εξαιρετικά μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον, για όλους εκείνους που ακόμη νιώθουν Έλληνες. Για το νομικό κόσμο της χώρας η απόφαση ήταν πρωτόγνωρη αν και το ποινικό ενδιαφέρον μηδαμινό! ‘‘Αναψηλάφηση της δίκης των Εξ’’, αναρωτήθηκα και αυτόματα σκέφτηκα: ‘‘Μα είναι δυνατό να ανοίγει το ποινικό μέρος μιας εθνικής υπόθεσης, που άλλαξε το ρου της ιστορίας; Και οι κατηγορούμενοι; Δεν ζουν’’. Σε ελάχιστα λεπτά διάβασα το ρεπορτάζ και δε σας κρύβω ότι χρειάστηκε και δεύτερη ανάγνωση. Χρειαζόμουν περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες για την υπόθεση αυτή. Την υπόθεση που όλοι έχουμε στο μυαλό μας ως εθνική προδοσία, έτσι τη διδαχθήκαμε στο σχολείο, και που αφορά στην καταδίκη και την εκτέλεση των υπαιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής με συνοπτικές διαδικασίες. Λίγο πολύ ιστορικά γνώριζα τι είχε μεσολαβήσει από το 1914 και μετά. Δεν γνώριζα όμως περισσότερα, ούτε για τους υπαίτιους, ούτε για το παρασκήνιο της δίκης, ούτε για το κατηγορητήριο και την απόφαση του έκτακτου Στρατοδικείου ούτε για την εκτέλεση των Έξι καταδικασθέντων εις θάνατο. Ήταν πραγματικά προδότες οι τρεις πρωθυπουργοί, οι δύο υπουργοί και ο ένας στρατηγός που καταδικάσθηκαν στην εσχάτη των ποινών για εθνική προδοσία; Ή μήπως δεν ήταν;» «Όχι, δεν πιστεύω ότι υπήρξαν προδότες της πατρίδας τους. Υπήρξαν τραγικά θύματα, εξίσου τραγικά με τους πρόσφυγες, αλλά θύματα, όχι θύτες», επιβεβαιώνει ο Βασίλης Τζανακάρης – ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑ, σελ.728.
Η Αλήθεια, που αναζητά το παραπάνω δημοσίευμα, αναζητήθηκε, βρέθηκε και επικυρώθηκε με τις πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που ακύρωσαν την άδικη απόφαση του δικτατορικού Στρατοδικείου του 1922. Με την πράξη αυτήν του Ανωτάτου Δικαστηρίου επουλώθηκε ένα βαρύ τραύμα που πλήγωνε τον θεσμό της Ελληνικής Δικαιοσύνης και την ευνομία της Ελλάδας. Η Δικαίωση των εκτελεσθέντων υπήρξε πράξη εθνική. Γι’ αυτό και έγινε δεκτή, όπως αναφέρεται στο παραπάνω δημοσίευμα, «με εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον, για όσους νιώθουν ακόμη ότι είναι Έλληνες». Γι’ αυτό και ένας Έλληνας, την ημέρα που ανακοινώθηκε από τα μέσα ενημέρωσης η απόφαση, είπε με ενθουσιασμό: «Σήμερα ο Θεός μίλησε Ελληνικά!» 

Την θεσμική αξία της ακύρωσης της άδικης πράξης του Στρατοδικείου ένιωσαν περισσότερο οι Δικαστικοί και οι Νομικοί επιστήμονες γενικότερα. Χαρακτηριστικά, ένας Δικαστής μου έλεγε: «Ως Δικαστής, είμαι ικανοποιημένος από την απόφαση του Α.Π., επειδή δεν μπορούσα να ανεχθώ να υπάρχει στην Ιστορία της Δικαιοσύνης μια τέτοια άδικη Δίκη. Ήμασταν συνένοχοι, ενόσω δεν την είχαμε αποκηρύξει». Ένας Αμερικανός Νομικός, εξάλλου, μου είπε: «Είναι κρίμα, που στην ιστορία της Ελληνικής Δικαιοσύνης υπήρξε μια δίκη άδικη, όπως εκείνη του 1922! Και να σκεφθείτε, ότι εμείς στηρίζουμε την απονομή της Δικαιοσύνης στα ελληνικά πρότυπα (εννοούσε, φυσικά, τα αρχαία). Ευτυχώς που η ίδια η ελληνική Δικαιοσύνη είχε την σύνεση να ακυρώσει την απαράδεκτη αυτήν δίκη». 

ΤΟΛΜΗ 

Πριν λίγες μέρες έλαβα ένα γράμμα από το Παρίσι, στο οποίο ο συντάκτης έγραφε, μεταξύ άλλων:«Πετύχατε την δικαίωση και την δικαστική ανατροπή. Μπράβο σας, για το θάρρος σας, την τόλμη». Ευχαριστώ τον συντάκτη της επιστολής για τα καλά του λόγια. Οφείλω εδώ να παρατηρήσω, ότι τα ίδια επαινετικά λόγια ταιριάζουν και στους εκλεκτούς φίλους, ένθερμους θιασώτες του Δικαίου και της Δημοκρατίας, που έδωσαν το έναυσμα και στήριξαν τον ιερό αυτόν αγώνα. Κρατώ την λέξη ‘‘τόλμη’’, που χρησιμοποίησε ο παραπάνω επιστολογράφος, και υπενθυμίζω πως όταν το 2007 ο Απεραθίτικος Σύλλογος έφερε, εκείνος πρώτος, το θέμα της Δικαίωσης των Έξι στην δημοσιότητα, ένας δημοσιογράφος είπε: «Ποιός είναι αυτός ο σύλλογος, που τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο;» Και ερωτώ: Γιατί σε μια ευνομούμενη Δημοκρατία θεωρείται τόλμη, το να εκφράσει κανείς την γνώμη του; 

ΟΤΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΕΛΛΗΝΕΣ
 

Πέρα από την θεσμική αξία που έχει η ακύρωση της άδικης Δίκης του 1922, υπάρχει και η ηθική αξία της αθωωτικής πράξης: ¨Έσβησε το στίγμα της βαρβαρότητας, που βάραινε το ελληνικό Έθνος. Το γεγονός ότι οι Έξι υπήρξαν θύματα, όχι της τουρκικής θηριωδίας, αλλά της ελληνικής, ότι σκοτώθηκαν Έλληνες με τουφέκια Ελλήνων στρατιωτών, χαρακτήρισε, τότε, την Ελλάδα ως μια 
χώρα βάρβαρη. Το περίεργο είναι, ότι υπάρχουν ακόμη σήμερα Έλληνες(;) που, όπως έγραψε κάποιος στο διαδίκτυο, «λες και θέλουν να τους αναστήσουν, για να τους ξανασκοτώσουν». 

ΕΝΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ 

 Την διχαστική παραπάνω στάση καταδίκασε ο Βενιζέλος με ιστορικές αγορεύσεις του στην Βουλή το 1929 και το 1932. Με αυτές χάραξε μια πολιτική ενότητας. Συγκεκριμένα, σε αγόρευσή του στην Βουλή στην συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου 1929, ο Βενιζέλος είπε, μεταξύ άλλων τα εξής: 

«.Θέλετε να αναλάβω την ευθύνην δια την διαίρεσιν του λαού; Την αναλαμβάνω. Αλλά πρέπει να εύρωμεν τρόπους, δια να τελειώσει το ζήτημα αυτό.»...Και πρέπει να γνωρίζετε, ότι εκείνο το οποίον με απησχόλησε και με απασχολεί και αποτελεί τον διάπυρον πόθον μου και θα με κάμη ευτυχή είναι,πριν κλείσω τα μάτια μου, να ίδω ότι αυτό το χάσμα εγεφυρώθη. »...Κανείς δεν θα μπορεί να με κατηγορήσει, ότι πριν το μεγάλο ταξίδι, δεν έκανα ό,τι μου ήτο δυνατόν δια να εξαλειφθεί η διαίρεσις».
Στην ίδια αγόρευση ο Βενιζέλος έδειξε τον σεβασμό του προς τον θεσμό της Βασιλείας, όταν είπε:«Δεν συνειθίζω να ομιλώ ανευλαβώς περί ανθρώπων, οι οποίοι τοιαύτην θέσιν κατέλαβον εις τον τόπον (εννοεί τον Κωνσταντίνο) και προς τους οποίους συνδέεται ψυχικώς μία μεγάλη μερίς του 
Ελληνικού Έθνους, και ιδίως αν είναι αποθανώντες».  Σε άλλο απόσπασμα από την ίδια παραπάνω αγόρευση του Βενιζέλου: διαβάζουμε: «Ποία θαύματα θα επετύγχανεν ο Ελληνικός λαός κατά τον Μεγάλον Πόλεμον (εννοεί τον Α’ Παγκόσμιο) εαν έμενεν ηνωμένος!» Μεγάλη αλήθεια! Θυμίζει εκείνο, που είπε ο Κολοκοτρώνης, ότι 

Δεν υπάρχουν σχόλια: