slider

Naxios Το πρώτο blog των Κυκλάδων

Naxios

Έρευνα ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ: Πόσα ξοδεύουν στα φροντιστήρια οι Έλληνες

Σχεδόν 614 εκατ. ευρώ οι δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών το 2023 σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ), με τίτλο «Οργανωμένη φροντιστηριακή εκπαίδευση στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: ερευνητικά ευρήματα μιας πρώτης ποσοτικής και ποιοτικής προσέγγισης».
Τα ευρήματα της εν λόγω έρευνας παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για τις στάσεις, τις αντιλήψεις, αλλά και τις πρακτικές των οικογενειών αναφορικά με την εξωσχολική οργανωμένη φροντιστηριακή εκπαίδευση, ενισχύοντας την κατανόηση των δαπανών, αλλά και των προκλήσεων, που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές οικογένειες, αναδεικνύοντας τις τάσεις, αλλά και τις εξελίξεις στο πεδίο των εκπαιδευτικών ανισοτήτων.

Η έρευνα συνεχίζεται και, μετά την ολοκλήρωσή της, θα δημοσιευθεί σε μελλοντικές εκδόσεις του φορέα, όταν θα έχουν αναλυθεί και σταθμισθεί πλήρως όλα τα δεδομένα και οι επεξεργασίες.

Δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών για φροντιστήρια


Οι δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών αντικατοπτρίζουν την επένδυση των ελληνικών νοικοκυριών για εξωσχολική υποστήριξη των μαθητών/σπουδαστών. Τα στοιχεία προέρχονται από την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών, η οποία διενεργείται κατ' έτος από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. και καλύπτει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, επιτρέποντας τη στατιστική ανάλυση των δαπανών σε εθνικό επίπεδο.

Τα βασικά ευρήματα είναι τα ακόλουθα:
Τα ελληνικά νοικοκυριά το 2023 δαπάνησαν συνολικά σχεδόν 614 εκατ. ευρώ για φροντιστήρια γενικής εκπαίδευσης. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 16,2% των δαπανών τους για αγαθά και υπηρεσίες εκπαίδευσης και στο 0,7% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης τους. Η δαπάνη αυτή, ενώ, από το 2013 έως το 2020, παρουσιάζει μια φθίνουσα πορεία, την τελευταία διετία (2021-2023) καταγράφει μια απότομη αύξηση της τάξης του 36% (σε σταθερές-αποπληθωρισμένες τιμές).
Το 4,2% των δαπανών για φροντιστήρια γενικής εκπαίδευσης αφορά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η δαπάνη αυτή έχει 4πλασιαστεί: από 5,9 εκατ. ευρώ το 2013 έχει ανέλθει σε 26,1 εκατ. ευρώ το 2023, γεγονός που αποδίδεται στην ανάπτυξη των Κέντρων Μελέτης τα τελευταία χρόνια.
Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση απορροφά τη συντριπτική πλειονότητα των δαπανών για φροντιστήρια (94,6%), φτάνοντας στα 580,9 εκατ. ευρώ. Με βάση την έρευνα, αυτή η κατανομή αντανακλά φυσικά την αυξημένη ζήτηση για υποστήριξη μαθητών στην κρίσιμη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου λαμβάνει χώρα η προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Αν και η συγκεκριμένη δαπάνη παρουσίαζε πτωτική τάση έως το 2020, την τελευταία διετία (2021-2023) αυξήθηκε κι αυτή σημαντικά (+35,5%).
Οι δαπάνες για φροντιστήρια τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ανέρχονται σε 7,2 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 1,2% των συνολικών δαπανών για φροντιστήρια. Παρά τις μικρές διακυμάνσεις, παραμένουν σε σχετικά σταθερά περίπου επίπεδα καθ' όλη τη δεκαετία.

Δημογραφικοί και κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες διαφοροποίησης των δαπανών
Η επίδραση της αστικότητας είναι έντονη. Τα νοικοκυριά στις αστικές περιοχές δαπανούν περισσότερα χρήματα για φροντιστήρια σε σύγκριση με τα νοικοκυριά σε αγροτικές περιοχές, ενώ η διαφορά μεταξύ τους έχει διευρυνθεί μέσα στην τελευταία δεκαετία. Οι περιφερειακές ανισότητες είναι επίσης σημαντικές και έχουν διευρυνθεί σημαντικά μέσα στη δεκαετία.
Όπως σημειώνεται στην έρευνα, το εισόδημα του νοικοκυριού αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα διαφοροποίησης. Τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα δαπανούν σημαντικά μεγαλύτερο μέρος της καταναλωτικής τους δαπάνης για φροντιστήρια, ενώ η πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές γίνεται δυσκολότερη για νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος. Χαρακτηριστικό του εύρους της ανισότητας είναι πως η δαπάνη για φροντιστήρια ως ποσοστό της καταναλωτικής δαπάνης των τριών υψηλότερων εισοδηματικών κατηγοριών είναι 3,5 φορές υψηλότερη της δαπάνης των τριών χαμηλότερων κατηγοριών, ενώ η «ψαλίδα» μεταξύ τους έχει διευρυνθεί μέσα στην τελευταία δεκαετία.
Η θέση στο επάγγελμα του υπεύθυνου του νοικοκυριού επηρεάζει τις δαπάνες. Κοιτάζοντας το μερίδιο που καταλαμβάνουν οι δαπάνες αυτές στο σύνολο του οικογενειακού προϋπολογισμού, φαίνεται να επιβαρύνονται περισσότερο οι βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση (1,3%) και οι μισθωτοί (1,1%) και σημαντικά λιγότερο οι αυτοαπασχολούμενοι με μισθωτούς (0,9%) ή χωρίς μισθωτούς (0,8%).
Συγκεκριμένα, ως προς το επάγγελμα του υπεύθυνου του νοικοκυριού, το 2023 οι έμποροι/πωλητές, αλλά και οι υπάλληλοι γραφείου, καταγράφουν τις υψηλότερες δαπάνες, ξεπερνώντας ακόμα και τις πλέον ευκατάστατες επαγγελματικές ομάδες (διευθύνοντα ή ανώτερα διοικητικά στελέχη ή επιστήμονες κλπ). Αυτό ενδέχεται να οφείλεται στη στροφή των υψηλότερων επαγγελματικών κατηγοριών προς ιδιαίτερα μαθήματα αντί για οργανωμένες φροντιστηριακές δομές. Στον αντίποδα βρίσκονται κατηγορίες με χαμηλότερα εισοδήματα, όπως οι γεωργοί, οι κτηνοτρόφοι και οι εργάτες στην γεωργία, οι οποίοι δαπανούν και χαμηλότερα ποσά για φροντιστήρια.
Οι δαπάνες για φροντιστήρια τείνουν να αυξάνονται, όσο μεγαλώνει το νοικοκυριό, ενώ η οικογενειακή σύνθεση παίζει καθοριστικό ρόλο. Γενικά, τα νοικοκυριά με 2 παιδιά και άνω έως και 16 ετών καταγράφουν τις υψηλότερες δαπάνες για φροντιστήρια. Παρατηρείται ότι τα ζευγάρια με δύο παιδιά έως 16 ετών δαπανούν σημαντικά περισσότερα για φροντιστήρια από τις τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, παρότι το αναμενόμενο θα ήταν η δαπάνη να αυξάνεται με το πλήθος των παιδιών. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται στο ότι οι τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες επιβαρύνονται με περισσότερα ανελαστικά έξοδα, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητές τους να επενδύσουν σε φροντιστήρια στον ίδιο βαθμό με τις μικρότερες οικογένειες. Οι μονογονεϊκές οικογένειες με παιδιά έως 16 ετών επιβαρύνονται ιδιαίτερα ως ποσοστό του συνολικού τους προϋπολογισμού με 1,1%, όταν το αντίστοιχο των οικογενειών με ζευγάρι και παιδιά έως 16 ετών κυμαίνεται από 0,6% (με 1 παιδί) έως 1,2% (με 2 παιδιά).
Τέλος, οι δαπάνες είναι υψηλότερες στα νοικοκυριά με υπεύθυνους στις ηλικιακές ομάδες 35-64 ετών και ιδίως 45-54 ετών, γεγονός που είναι αναμενόμενο, καθώς αυτές οι ηλικιακές ομάδες είναι πιθανότερο να έχουν παιδιά σε σχολική ηλικία που χρειάζονται μεγαλύτερη εκπαιδευτική υποστήριξη.

Στάσεις και απόψεις γονέων και νέων για φροντιστήρια γενικής παιδείας

Στη συνέχεια, παρουσιάζονται τα πρώτα πορίσματα από την πρωτογενή έρευνα, που διενεργήθηκε από την εταιρία δημοσκοπήσεων Metron Analysis για το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ την περίοδο Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2023. Η εστίαση γίνεται στις στάσεις και τις απόψεις τόσο των νέων που έχουν φοιτήσει σε φροντιστήρια γενικής παιδείας, όσο και των γονέων με παιδιά που φοιτούν ή έχουν φοιτήσει σε φροντιστήρια.

Οι απόψεις των γονέων και των νέων για τον κύριο ρόλο των φροντιστηρίων σχεδόν ταυτίζονται, με έναν στους τρεις να θεωρεί πως ο κύριος ρόλος των φροντιστηρίων γενικής παιδείας στη χώρα μας είναι να καλύπτουν την αδυναμία του σχολείου να βοηθήσει τα παιδιά για τις πανελλήνιες εξετάσεις ή να διδάξει με επάρκεια τα μαθήματα γενικής παιδείας.

Ως προς τη σχέση του φροντιστηρίου με το σχολείο, τόσο οι γονείς (39%) όσο και οι νέοι (37%) αντιλαμβάνονται τα φροντιστήρια κυρίως ως εκπαίδευση συμπληρωματική προς το σχολείο, ενώ θεωρούν ότι ο ρόλος τους ενισχύεται ειδικά ως προς την είσοδο στο πανεπιστήμιο (21% των γονέων και 31% των νέων). Ωστόσο, εμφανίζεται και ένα σημαντικό ποσοστό που πιστεύει πως το φροντιστήριο υποκαθιστά το σχολείο (1 στους 5 γονείς και 1 στους 4 νέους).

Και οι γονείς (62%) και οι νέοι (55%) θεωρούν την κάλυψη των κενών του σχολείου ως την κύρια ανάγκη που καλύπτουν τα φροντιστήρια γενικής παιδείας, ενώ η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο εμφανίζεται ως δευτερεύουσα ανάγκη και για τις δύο ομάδες, ωστόσο είναι πιο έντονη για τους γονείς (41%) απ' ό,τι για τους νέους (32%).

Η δεύτερη κύρια ανάγκη που αναδεικνύουν οι νέοι είναι η σωστή εκπαίδευση στα μαθήματα γενικής παιδείας σε ποσοστό 37%, ενώ οι γονείς την κατατάσσουν χαμηλότερα (33%). Επίσης, ένας στους τρεις γονείς ή νέους θεωρεί πως μια κύρια ανάγκη που έρχεται να καλύψει το φροντιστήριο είναι η σωστή οργάνωση του χρόνου και της μελέτης, καθώς και η εξοικείωση με τη διαδικασία των εξετάσεων και τη διαχείριση του άγχους.

Κοινή πεποίθηση είναι ότι τα φροντιστήρια γενικής παιδείας βοηθούν ουσιαστικά τους μαθητές στην είσοδό τους σε πανεπιστήμια (74% των γονέων και 68% των νέων συμφωνεί σχεδόν έως απόλυτα με την πρόταση) και στην ανεργία των εκπαιδευτικών, προσφέροντας δουλειά σε πολλούς νέους αδιόριστους εκπαιδευτικούς (66% των γονέων και 60% των νέων συμφωνεί σχεδόν έως απόλυτα με την πρόταση). Επίσης, ένας στους δύο γονείς και νέους θεωρούν ότι τα φροντιστήρια βελτιώνουν συνεχώς τις υποδομές, τις μεθόδους διδασκαλίας, αλλά και το εκπαιδευτικό προσωπικό τους. Από την άλλη, ένα σημαντικό μέρος των γονέων και των νέων είναι κριτικοί απέναντι στα φροντιστήρια.

Ειδικότερα, το 50% των γονέων θεωρεί ότι τα φροντιστήρια επιβαρύνουν οικονομικά την οικογένεια και υπερφορτώνουν το παιδί (το αντίστοιχο ποσοστό για τους νέους είναι 43%). Σε μεγάλο ποσοστό, οι γονείς (49%) και οι νέοι (45%) θεωρούν ότι τα φροντιστήρια δεν προσφέρουν ολοκληρωμένη γνώση, παρά μόνο δίνουν έμφαση στις πανελλήνιες εξετάσεις, ενώ, παράλληλα, ενισχύουν την αδιαφορία του παιδιού για το σχολείο (40% γονείς και 41% νέοι).

Ως προς το εάν τα φροντιστήρια αποτελούν προσιτή υπηρεσία για τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, οι γονείς εμφανίζονται διχασμένοι, με το 29% να διαφωνεί σχεδόν έως απόλυτα με τη συγκεκριμένη πρόταση και το 36% να συμφωνεί.

Από τη σύγκριση των φροντιστηρίων με τα ιδιαίτερα μαθήματα, τα πρώτα εμφανίζονται να πλεονεκτούν ως προς το κόστος (45% των γονέων και 36% των νέων), ενώ ένας τους τρεις γονείς και νέους αναγνωρίζει πως τα φροντιστήρια προσφέρουν μια πιο αντικειμενική εικόνα των δυνατοτήτων κάθε παιδιού.

Σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα είναι και η κοινωνικοποίηση για τους νέους (32%). Αντίστροφα, τα ιδιαίτερα κρίνονται κατάλληλα για όσους αναζητούν προσωποποιημένη (44% των γονέων, 41% των νέων), αλλά και πιο αποτελεσματική εκπαίδευση (34% και 38% αντίστοιχα). Οι γονείς, επίσης, θεωρούν σημαντικό πλεονέκτημα την αποφυγή μετακινήσεων (36%) και οι νέοι την ευελιξία του προγράμματος σε σύγκριση με τα φροντιστήρια.

Τέλος, ένας στους τρεις περίπου γονείς και νέους πιστεύει ότι τα ιδιαίτερα μαθήματα είναι πιο κατάλληλα για συγκεκριμένες κατηγορίες μαθητών (εσωστρεφείς, με μαθησιακές δυσκολίες ή δυνατοί μαθητές).

Εν κατακλείδι, 7 στους 10 νέοι ή γονείς μαθητών/τριών, που έχουν φοιτήσει σε φροντιστήρια γενικής παιδείας, δηλώνουν πως έμειναν αρκετά έως και πάρα πολύ ικανοποιημένοι από την παρακολούθηση μαθημάτων εκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: